Θηλασμός - Αλήθειες & Μύθοι. Μέρος 1ο

Γράφει ο ιατρός

Πέτρος Χειρίδης, MD, PhD

Μαιευτήρας-Γυναικολόγος-Ενδοσκόπος
Διδάκτωρ το πανεπιστημίου Αθηνών
Επιστημονικός Υπεύθυνος - Όμιλος ΙΑΣΩ


 
Ο θηλασμός αποτελεί την ολοκλήρωση του αναπαραγωγικού κύκλου της γυναίκας. Ενώ εφαρμόζεται από τότε που ο άνθρωπος εμφανίστηκε στη γη, η σύγχρονη γυναίκα, κυριεύεται από φόβο και ανησυχία ότι δε θα καταφέρει ή θα υποφέρει για να θηλάσει το μωρό της.
 
Παρά την απλότητα του, ο θηλασμός αποτελεί σήμερα ξεχωριστή επιστήμη. Το πλήθος των ερευνών  στη διεθνή βιβλιογραφία αλλά και ο βαθμός της λεπτομέρειας που έχει μελετηθεί, εντυπωσιάζει ακόμα τον επαγγελματία υγείας. Ο στόχος του άρθρου είναι, με γνώμονα τα σύγχρονα ιατρικά δεδομένα, να απαντηθούν τα ερωτήματα και να ξεκαθαριστούν οι ασάφειες γύρω από το θέμα του θηλασμού.
 
 

Ποια τα πλεονεκτήματα του μητρικού θηλασμού για το νεογνό;

Ο μητρικός θηλασμός δεν είναι ζήτημα επιλογής, αλλά κοινωνικής υγείας, σύμφωνα με την Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής (2012). Κατά συνέπεια, ΟΛΕΣ οι γυναίκες ΠΡΕΠΕΙ να παροτρύνονται να θηλάσουν και να ενημερώνονται για τα οφέλη του θηλασμού. Πιο συγκεκριμένα:
  1. Η ιδιαιτερότητα του είδους. Το κάθε θηλαστικό παράγει το κατάλληλο γάλα για το νεογνό του. Συνεπώς, το μητρικό γάλα είναι  για το βρέφος, το πιο κατάλληλο για τη σωστή ανάπτυξη και προστασία από το περιβάλλον.
  2. Πλεονεκτήματα στη θρέψη: Η θρέψη είναι συνδυαστική διαδικασία με προφανή αλληλεπίδραση μεταξύ των συστατικών της τροφής. Η σύνθεση του μητρικού γάλακτος βρίσκεται σε λεπτή ισορροπία, με κάθε συστατικό στη σωστή συγκέντρωση και αναλογία ώστε να εξασφαλίζεται η μέγιστη απορρόφηση του.  Αντίθετα, η ανάμιξη των διάφορων συστατικών στο γάλα φόρμουλας, δεν εγγυάται την απορρόφηση τους όπως στο θηλασμό. 
  3. Επίδραση στο καρδιοαγγειακό σύστημα. Έχει βρεθεί σε μελέτες ότι το μητρικό γάλα προστατεύει από την αντίσταση στην ινσουλίνη και την αρτηριακή υπέρταση στη μετέπειτα ζωή [1]. Επίσης σε μετα-ανάλυση 17.000 ασθενών διαπιστώθηκε χαμηλότερη  αθηροσκλήρυνση στα άτομα που θήλασαν ως βρέφη [2,3].
  4. Προστασία από λοιμώξεις. Πολυάριθμες μελέτες έχουν διαπιστώσει μια μικρότερη πιθανότητα λοίμωξης του αναπνευστικού  και πεπτικού στα παιδιά που θηλάζουν [4]. Σε μελέτη του 2007, διαπιστώθηκε ότι η πιθανότητα νοσηλείας μειώνεται με το θηλασμό [5]. Η πιθανότητα οξείας ωτίτιδας είναι επίσης χαμηλότερη με το θηλασμό [6]κυρίως επειδή στα βρέφη που σιτίζονται με μπιμπερό η ευσταχιανή σάλπιγγα δε κλείνει, με αποτέλεσμα να παλινδρομούν στο αυτί υγρά και εκκρίσεις [7].
  5. Ανοσολογική προστασία. Εκτός από τις λοιμώξεις, επιδημιολογικές μελέτες έχουν δείξει την ευεργετική δράση του θηλασμού σε νοσήματα του αμυντικού συστήματος. Πιο αναλυτικά, ο θηλασμός σχετίζεται με χαμηλότερο ποσοστό λεμφώματος [8], οξείας λεμφογενούς και οξείας μυελογενούς λευχαιμίας [5,9], ινσουλινοεξαρτώμενου διαβήτη τύπου ΙΙ [10],   και νόσου Crohn [11]
  6. Προφύλαξη από αλλεργίες:  Τα νεογνά με προδιάθεση να αναπτύξουν αλλεργικές αντιδράσεις όπως έκζεμα ή άσθμα, εφόσον θηλάσουν έχουν ελαττωμένο ρίσκο εμφάνισης αλλά και μειωμένη ένταση των συμπτωμάτων [12]. Αναφέρεται ένα σημαντικά χαμηλότερο ποσοστό άσθματος στην ηλικία των 6 ετών στα παιδιά που είχαν θηλάσει ως βρέφη, ενώ κάποιες μελέτες δείχνουν ότι ο προστατευτικός ρόλος του θηλασμού διαρκεί μέχρι την εφηβεία [13,14].
  7. Καλύτερη Πέψη :  Το μητρικό γάλα περιέχει αντιγόνα γνωστά στον οργανισμού του νεογνού από την ενδομήτριο ζωή, ενώ βοηθά το νεογνό να διατηρεί το κατάλληλο pH στο έντερο, ιδανικό για την ανάπτυξη της χλωρίδας του [15]. Για τους λόγους αυτούς,  χωνεύεται πιο εύκολα συγκριτικά με τις ξένες ουσίες που βρίσκονται στο τυποποιημένο γάλα που είναι φτιαγμένο, είτε από αγελαδινό γάλα, είτε από προϊόντα σόγιας. Συνεπώς τα μωρά που θηλάζουν, έχουν λιγότερους κωλικούς του εντέρου.
  8. Επιδράσεις στη ψυχολογία και ευφυΐα: Επί σειρά ετών υπήρχε το ερώτημα αν ο θηλασμός έχει ευεργετική δράση στην ανάπτυξη του εγκεφάλου και της ψυχοσύνθεσης του ατόμου. Σε μελέτες μαγνητικής τομογραφίας εγκεφάλου διαπιστώθηκε ότι τα μωρά που θήλασαν είχαν ταχύτερη ανάπτυξη της λευκής ουσίας στο μετωπιαίο λοβό του εγκεφάλου [16]. Σε άλλη μελέτη τα παιδιά που θήλασαν ήταν πιο ώριμα και ένιωθαν περισσότερη ασφάλεια και σιγουριά συγκριτικά με τα παιδιά της ίδιας ηλικίας που δεν θήλασαν [17]. Ο Lucas και οι συνεργάτες του παρακολούθησαν πρόωρα νεογνά μέχρι την ηλικία των 7-8 ετών και διαπίστωσαν ότι ο θηλασμός έδρασε ευεργετικά στην ανάπτυξη και την ωρίμανση του εγκεφάλου [18].  
  9. Σύνδρομο του Αιφνίδιου Θανάτου του νεογνού (SIDS). H Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής το 2011 ανακοίνωσε ότι η σωστή θέση του νεογνού στο κρεβάτι είναι ύπτια και ανάσκελα [19]. Μείζων παράγοντας κινδύνου του SIDS είναι το να κοιμάται μαζί με τους γονείς, γι’ αυτό και ΠΡΕΠΕΙ  να αποφεύγεται.  Η Ακαδημία διαπίστωσε επίσης ότι τα μωρά που θηλάζουν ξυπνούν ευκολότερα και αυτό το θεώρησε ως μέτρο προφύλαξης κατά του SIDS [20].
 

Πόση η θετική επίδραση του θηλασμού σε νούμερα;

Το 2007 η AHRQ (Agency for Health Research Quality) [5] διεξήγαγε μία τεράστια αναθεωρητική έρευνα που συμπεριέλαβε περισσότερες από 400 μελέτες. Τα δεδομένα της έρευνας αυτής υποστήριξαν όλα τα παραπάνω πλεονεκτήματα του θηλασμού, με εξαίρεση τη θετική επίδραση στην ευφυΐα, η οποία αμφισβητείται από κάποιους ερευνητές.  Παρόμοια ήταν τα συμπεράσματα μεγάλης μελέτης της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO).  Σύμφωνα με αυτές, ο θηλασμός και όχι κατ’ ανάγκη ο αποκλειστικός θηλασμός ελαττώνει πολυάριθμους κινδύνους ως εξής:
  • Η οξεία μέση ωτίτιδα μειώνεται κατά 50%
  • Η λοίμωξη του πεπτικού μειώνεται κατά 64%
  • Η λοίμωξη του αναπνευστικού ελαττώνεται κατά 72%
  • Το βρογχικό άσθμα μειώνεται κατά 27%
  • Ο διαβήτης τύπου ΙΙ ελαττώνεται κατά 39%
  • Ο κίνδυνος παχυσαρκίας στο μέλλον μειώνεται κατά 24% και κατά 4% για κάθε μήνα θηλασμού.
  • Οι λευχαιμίες όλων των ειδών μειώνονται κατά 19%. Η CML (μυελογενής) κατά 15%.
  • Το σύνδρομο του αιφνίδιου θανάτου του νεογνού (SIDS) μειώνεται κατά 36%.
  • Η ευεργετική δράση στο καρδιαγγειακό απαιτεί περεταίρω έρευνα.
  • Η θετική επίδραση στη ψυχολογία και ευφυΐα αμφισβητείται επειδή είναι πολυπαραγοντική.
 

Ποια τα πλεονεκτήματα του θηλασμού για τη μητέρα;

Η  μελέτη AHRQ (Agency for Health Research Quality) [5], συμπέρανε και μια σειρά από ευεργετικές δράσεις του θηλασμού για τη μητέρα. Οι σημαντικότερες είναι οι εξής:
  • Ο κίνδυνος να αναπτύξει η μητέρα διαβήτη τύπου ΙΙ ελαττώνεται 2-12%.
  • Ο κίνδυνος καρκίνου του μαστού μειώνεται 28% για 12 μήνες και επιπλέον 4,3% για κάθε επόμενο χρόνο θηλασμού.
  • Ο κίνδυνος για καρκίνο της ωοθήκης ελαττώνεται κατά 21%  [21,22]
  • Ο θηλασμός δεν έχει κάποια επίδραση (θετική ή αρνητική)  στην απώλεια βάρους της λεχώνας.
  • Η δράση του θηλασμού στην οστεοπόρωση δεν έχει αποσαφηνιστεί.
  • Η δράση του θηλασμού στην κατάθλιψη της λοχείας απαιτεί περεταίρω έρευνα.
 

Ποια η σχέση του θηλασμού με το καρκίνο του μαστού;

Έχει πλέον ξεκαθαριστεί ότι ο θηλασμός έχει προστατευτική δράση από το καρκίνο του μαστού. Στις χώρες όπου ο θηλασμός είναι δημοφιλής, ο καρκίνος του μαστού είναι σπανιότερος [23]. Παραπέρα, έχει βρεθεί ότι ο βαθμός της προστασίας αυξάνεται όσο επιμηκύνεται η περίοδος θηλασμού [24,25]. Ταυτόχρονα υψηλότερο ποσοστό καρκίνου του μαστού διαπιστώνεται στις γυναίκες οι οποίες απέτυχαν να θηλάσουν επειδή «δεν είχαν γάλα», γι’ αυτό σε αυτές τις γυναίκες πρέπει να τονίζεται η σημασία της τακτικής παρακολούθησης του μαστού. 
Στη μητέρα στην οποία έχει διαγνωστεί καρκίνος μαστού, θα πρέπει να αποφεύγεται ο θηλασμός, προκειμένου να μη καθυστερήσει η θεραπεία της. Ένας δεύτερος λόγος είναι ότι με το θηλασμό παραμένουν υψηλά τα επίπεδα της προλακτίνης, η δράση της οποίας στο καρκίνο αποτελεί αντικείμενο αντιπαράθεσης. Παρόλο που δεν έχει διαπιστωθεί δυσμενής επίδραση της φυσικής προλακτίνης, επειδή οι γεννητικές ορμόνες γενικότερα επαυξάνουν τη νεοπλασία, συστήνεται να διατηρούνται χαμηλά επίπεδα της προλακτίνης και επομένως η παύση του θηλασμού [26]
 
 

Ποια η σχέση του θηλασμού με την οστεοπόρωση;

Ο κίνδυνος της οστεοπόρωσης στην εμμηνόπαυση είναι υψηλότερος στις άτεκνες γυναίκες, συγκριτικά με αυτές που με αυτές που τεκνοποίησαν.  Επίσης ο κίνδυνος είναι μικρότερος στις γυναίκες που θήλασαν συγκριτικά με αυτές που δε θήλασαν [27,28]. Παρόλο που η οστική μάζα της μητέρας μειώνεται στη κύηση, αυτή η μείωση είναι προσωρινή, και αποκαθίσταται πλήρως μετά τον τοκετό, είτε μετά τον παρατεταμένο θηλασμό. Επίσης, μετά την ολοκλήρωση του θηλασμού, τα επίπεδα της παραθορμόνης μετρούνται υψηλότερα συγκριτικά με άλλες φάσεις της ζωής της γυναίκας και η απώλεια του ασβεστίου από τους νεφρούς περιορίζεται σημαντικά [29].     
 
 

Ποια η επίδραση του θηλασμού στη ψυχολογία της μητέρας;

Οι διαπροσωπικές σχέσεις είναι πολυσύνθετες. Στη μελέτη του Pascoe [30], η σύνδεση της πρωτοτόκου μητέρας με το βρέφος συνέβη στο 1/3 κατά τη διάρκεια της κύησης και στα 2/3 μετά τη γέννα. Συγκεκριμένα, στο 42% τη πρώτη μέρα μετά τον τοκετό και σε επιπλέον 19% τη 2η-3η  ημέρα μετά τον τοκετό. Ο ερχομός ενός βρέφους μπορεί να φέρει άφθονη ευτυχία, αλλά και φόβο, ανησυχία ή και εκνευρισμό στη νέα μητέρα [31].  Η αποτυχία θηλασμού επίσης μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη στη νέα μητέρα [32].  
Η ψυχοκοινωνική επίδραση του θηλασμού στη μητέρα έχει απασχολήσει ερευνητές και ψυχολόγους Πολλοί ερευνητές αναφέρουν ότι η γυναίκα μέσω του θηλασμού, ενισχύει τον βιολογικό της ρόλο ως μητέρα, αλλά και την κοινωνική αποδοχή από το περιβάλλον της. Οι μητέρες που θηλάζουν έχουν μεγαλύτερη τάση να εκδηλώσουν θετικά συναισθήματα [33,34].Τα ποσοστά θηλασμού, επηρεάζονται από πολυάριθμους παράγοντες, όπως το επίπεδο μόρφωσης της μητέρας, τη τοπική κουλτούρα, την κοινωνική τάξη και την εργασία της. Γι’ αυτό ποικίλουν από χώρα σε χώρα, αλλά και ανάμεσα σε περιοχές της ίδιας χώρας. Ο θηλασμός είναι συχνότερος στις μικρότερες κοινωνίες, επειδή οι επιδράσεις του περιβάλλοντος στη μητέρα είναι ισχυρότερες. Επίσης, στις ανεπτυγμένες χώρες, οι μορφωμένες γυναίκες έχουν υψηλότερα ποσοστά θηλασμού.
Τεράστια επίδραση φαίνεται ότι παίζει ο μαιευτήρας. Έχει δειχθεί ότι ο ενθουσιώδης επαγγελματίας υγείας, με τις ιατρικές οδηγίες και με ψυχολογική υποστήριξη, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά το ποσοστό θηλασμού [35]. Ανάλογο ρόλο φαίνεται να έχει και η οικογένεια. Είναι γεγονός ότι δεν έχουν όλες οι γυναίκες την ίδια «άνεση» με το μαστό τους, ούτε «βλέπουν» τον εαυτό τους το ίδιο, αναφορικά με την υποχρέωση να θρέψουν το νεογνό τους. Εντούτοις, σε κάθε νεογνό θα πρέπει να δίνεται η δυνατότητα, να ανακαλύψει το στήθος της μητέρας και αυτό διότι ΟΛΑ τα νεογνά είναι προγραμματισμένα από τη φύση να θηλάσουν.
 
 

Ποια τα μειονεκτήματα του μητρικού θηλασμού; 

Δεν υπάρχουν γνωστά μειονεκτήματα του θηλασμού. Κατά συνέπεια ως μοναδικό μειονέκτημα θεωρείται η «ταλαιπωρία» της μητέρας, αν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί έτσι, δεδομένου ότι οι περισσότερες μητέρες παίρνουν ικανοποίηση με τη διαδικασία του θηλασμού.  
Επίσης, δεν υπάρχει καμία μελέτη η οποία να ισχυρίζεται ότι το παρασκευασμένο γάλα (φόρμουλας) είναι καλύτερο ή έστω ισοδύναμο του μητρικού γάλακτος. Εντούτοις είναι αρκετό ως υποκατάστατο, όταν το μητρικό γάλα δεν είναι διαθέσιμο.
 
 

Ποιος ο μηχανισμός παραγωγής του μητρικού γάλακτος;

Ο θηλασμός αποτελεί την ολοκλήρωση του αναπαραγωγικού κύκλου. Ο άνθρωπος, κατά τη γέννηση του είναι από τα πλέον ανώριμα και εξαρτημένα θηλαστικά στη φύση. Κατά τη διάρκεια της κύησης, ο μαστός αναπτύσσεται και προετοιμάζεται ώστε να είναι ικανός για τη πλήρη θρέψη του νεογνού, μόλις απορριφθεί ο πλακούντας. Η ωρίμανση του μαστού έχει δύο φάσεις [36]:
  1. Εκκριτική διαφοροποίηση, η οποία συμβαίνει στη διάρκεια της κύησης, και κατά την οποία τα επιθηλιακά κύτταρα του αδένα του μαστού διαφοροποιούνται σε λακτοπαράγωγα κύτταρα (λακτοκύτταρα) με την δυνατότητα να συνθέτουν συγκεκριμένα συστατικά του μητρικού γάλακτος όπως τη λακτόζη.
  2. Εκκριτική ενεργοποίηση, η οποία χαρακτηρίζεται από την άφθονη έκκριση του γάλακτος καθώς και σημαντικές αλλαγές στη σύσταση του. Απαραίτητο βήμα για την εκκριτική ενεργοποίηση του μαστού είναι η πτώση των επιπέδων της προγεστερόνης στο μητρικό αίμα.
Σε όλα τα θηλαστικά, η πτώση της προγεστερόνης είναι αποτελεί το θεμελιώδες ερέθισμα για τη παραγωγή του γάλακτος αμέσως μετά τον τοκετό. Στον άνθρωπο, η προγεστερόνη προοδευτικά ελαττώνεται μέσα στις πρώτες 4 ημέρες μετά τον τοκετό, γεγονός που αντανακλάται από το απότομο «κατέβασμα» του γάλακτος εκείνη τη στιγμή [37].  Ταυτόχρονα στο αίμα της μητέρας αυξάνεται η συγκέντρωση της λακτόζης, η οποία συνδέεται με την αύξηση της παραγωγής του μητρικού γάλακτος.  Μέσα στις επόμενες 10 ημέρες η σύσταση του γάλακτος μεταβάλλεται από το πρωτόγαλα, στο ώριμο γάλα που περιέχει όλα τα συστατικά και ιχνοστοιχεία.
 
Η βασική ορμόνη που ελέγχει τη παραγωγή και έκκριση του γάλακτος είναι η προλακτίνη, η οποία ανακαλύφθηκε το 1928 από τους Stricker and Grueter. Παράγεται κυρίως στο πρόσθιο τμήμα της υπόφυσης, ένα κέντρο του εγκεφάλου, από την οποία ρίχνεται στη μητρική κυκλοφορία και φτάνει στα γαλακτοπαράγωγα κύτταρα του μαστού, ενώ εισέρχεται και στο γάλα, εντούτοις ο ρόλος στο νεογνό είναι άγνωστος. Η προλακτίνη επιδρά σε διάφορα σημεία του εγκεφάλου. Οι μηχανισμοί, παρόλο που έχουν μελετηθεί εκτενώς, δεν έχουν αποσαφηνιστεί. Τα επίπεδα της προλακτίνης παραμένουν υψηλά στο αίμα της μητέρας μετά τον τοκετό και προοδευτικά φθίνουν. Η πτώση είναι γρηγορότερη στις γυναίκες που δεν θηλάζουν [38].  Τα επίπεδα της προλακτίνης στο αίμα της μητέρας, επηρεάζονται από πολυάριθμους παράγοντες. Στους κυριότερους περιλαμβάνονται, η διέγερση του μαστού (suckling), ο ύπνος, το στρες, η σεξουαλική επαφή, η υπογλυκαιμία, τα οιστρογόνα, η επινεφρίνη, η θυρεοτρόπος ορμόνη, καθώς και πολυάριθμα φάρμακα όπως η μετοκλοπραμίδη,  τα αλκαλοειδή της ερυσιβώδους όλυρας, οι φαινοθειαζίδες, η ισταμίνη, νευροληπτικά φάρμακα και πολλά άλλα.   
Συμπερασματικά, η γαλακτογένεση,  ξεκινά με την απότομη πτώση της προγεστερόνης, ενώ παράλληλα, τα επίπεδα της προλακτίνης είναι υψηλά. Η διαδικασία αυτή είναι ανεξάρτητη από τη διέγερση (suckling) της θηλής του μαστού από το νεογνό, και τουλάχιστο μέχρι τη 3η με 4η ημέρα από τον τοκετό, όταν η παραγωγή του γάλακτος αρχίζει να μειώνεται, εφόσον το γάλα δεν αφαιρεθεί από το μαστό [39].  
 
 

Ποιος ο μηχανισμός έκκρισης του μητρικού γάλακτος;

Το μωρό δεν αναρροφά το γάλα από το μαστό. Αντίθετα το γάλα εκλύεται από το μαστό με πίεση έπειτα από σύσπαση των μυοεπιθηλιακών κυττάρων που περιβάλλουν τους λοβούς του μαστού. Σε όλα τα θηλαστικά που έχουν μελετηθεί, η αύξηση της πίεσης στο εσωτερικό του μαστού και η ακόλουθη ροή του γάλακτος είναι αποτέλεσμα αντανακλαστικού που δημιουργείται από τον ερεθισμό (ρούφηγμα) της θηλής του μαστού. Από τη θηλή το ερέθισμα μεταβιβάζεται στη νευροϋπόφυση, η οποία με τη σειρά της απελευθερώνει στη μητρική κυκλοφορία την ωκυτοκίνη. Η τελευταία μέσω της κυκλοφορίας φτάνει στα τριχοειδή αγγεία του μαστού και προκαλεί τη σύσπαση των μυοεπιθηλιακών κυττάρων. Η έκκριση της ωκυτοκίνης πραγματοποιείται κατά ώσεις, ακολουθώντας το μοτίβο του ερεθισμού της θηλής [40]. Με τη χρήση Doppler έχει δειχθεί ότι η διάρκεια του αντανακλαστικού, δηλαδή από τη στιγμή που το μωρό ακουμπά τη θηλή, μέχρι την έξοδο του γάλακτος απαιτείται κατά μέσο όρο χρόνος 2,2 λεπτά [41].
Συνεπώς το βασικότερο ερέθισμα για την έκκριση του γάλακτος είναι o ερεθισμός της θηλής, ενώ στα πρώτα 2 – 2,5 λεπτά θηλασμού το μωρό είναι ακόμα νηστικό.  
 

Πόση ώρα πρέπει το μωρό να ρουφάει τη θηλή;

Η διαδικασία του θηλασμού στα περισσότερα θηλαστικά έχει μόνο θρεπτικό χαρακτήρα. Αντίθετα στον άνθρωπο, ο θηλασμός είναι δύο ειδών: θρεπτικός και μη θρεπτικός. Και στα δύο είδη θηλασμού, το μωρό έχει το ίδιο μοτίβο ρουφήγματος της θηλής. Συνεπώς η μητέρα, από τη κίνηση του στόματος του μωρού, δε μπορεί να ξεχωρίσει αν το μωρό σιτίζεται ή όχι. Τα μωρά ηλικίας κάτω των 12 εβδομάδων, παύουν το θηλασμό όταν κουράζονται και κοιμούνται. Αντίθετα, τα μωρά  ηλικίας  12-24 εβδομάδων, μπορούν να διακόψουν το θηλασμό ακόμα και όταν δεν έχουν αποκοιμηθεί, καθώς και να «παίζουν» με τη θηλή, να εξερευνούν τη μητέρα, δίχως να προκαλούν το ερέθισμα της θηλής.
Επίσης στα περισσότερα θηλαστικά, ο ρυθμός θηλασμού είναι σταθερός, ανάλογα με τη σύσταση του γάλακτος. Για παράδειγμα στους πιθήκους ο ρυθμός είναι 1 ρούφηγμα το δευτερόλεπτο, ενώ στις γίδες είναι 4-5 ανά δευτερόλεπτο [41]. Στο ανθρώπινο είδος, ο ρυθμός δεν είναι σταθερός, αλλά ακολουθεί τη ροή του γάλακτος. Παραπέρα, έχει βρεθεί ότι ο ρυθμός θηλασμού μειώνεται όσο αυξάνεται η ροή του γάλακτος. Με συνεχείς μετρήσεις  [40,41] έχει διαπιστωθεί ότι η προσλαμβανόμενη ποσότητα μειώνεται σε κάθε ρούφηγμα, ενώ ο χρόνος μεταξύ δύο διαδοχικών αναρροφήσεων αυξάνεται προοδευτικά. Έτσι ένα μωρό 5-9 ημερών, στην έναρξη του θηλασμού έχει ρυθμό 0,14mL γάλακτος σε κάθε ρούφηγμα, ο οποίος μειώνεται σε 0,1mL μετά από λίγη ώρα. Μόλις μέσα στον 1ο μήνα, το βρέφος ολοένα αυξάνει τη ποσότητα γάλακτος που προσλαμβάνει σε κάθε ρούφηγμα, έτσι σιγά σιγά ο χρόνος μέχρι να αισθανθεί πληρότητα, ελαττώνεται [41].
Περιληπτικά, το μοτίβο της σίτισης ενός θηλασμού ακολουθεί αυτό μίας καμπύλης. Πιο αναλυτικά, το βρέφος αρχίζει να λαμβάνει τροφή περίπου 2 λεπτά μετά την εκκίνηση του θηλασμού (αντανακλαστικό της θηλής) και φτάνει στο 100% της συνολικής ποσότητας που θα προσλάβει σε 7-9 λεπτά από την εκκίνηση
 
 

Σε κάθε γεύμα να δίνουμε τον έναν ή και τους δύο μαστούς;

Με συνεχείς μετρήσεις της αναρροφώμενης ποσότητας γάλακτος με τη μέθοδο Doppler [40,41],  έχει υπολογιστεί ότι ένα μωρό ηλικίας 5-9 ημερών, σε κάθε γεύμα, προσλαμβάνει περίπου 34,2 γραμμάρια γάλακτος από τον πρώτο μαστό και 26,2 γραμμάρια από τον δεύτερο. Οι ερευνητές επίσης διαπίστωσαν ότι η ροή του γάλακτος στον πρώτο μαστό αυξάνεται ραγδαία και σταθεροποιείται έπειτα από περίπου 2 λεπτά, όπου παραμένει μέχρι την ολοκλήρωση του γεύματος. Αντίθετα στον 2ο μαστό, η συνολική  ποσότητα γάλακτος που προσλαμβάνει το νεογνό μειώνεται δραματικά (σχεδόν στο μισό) [42] κατά την ολοκλήρωση του γεύματος, αφού το αντανακλαστικό του ερεθισμού της θηλής φθίνει.
Ο θηλασμός έχει το μοτίβο μιας καμπύλης που φαίνεται στο σχήμα. Πιο αναλυτικά, το βρέφος λαμβάνει το 100% του γεύματος του μέσα σε 7-9 λεπτά, από τον 1ο μαστό και περίπου στον ίδιο χρόνο από τον 2ο μαστό. Εντούτοις η ποσότητα του 2ου μαστού είναι σημαντικά μειωμένη, σχεδόν η μισή συγκριτικά με αυτή του 1ου μαστού. Κατά συνέπεια μία μητέρα με δίδυμα δεν θα πρέπει να δίνει μόνο το 2ο μαστό στο 2ο βρέφος, διότι αυτό θα υποσιτίζεται. 
 

Πόσο καιρό πρέπει να θηλάζω;

Η σύγχρονη θέση της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας (WHO) αλλά και άλλων σημαντικών διεθνών οργανισμών όπως του Κολλεγίου Μαιευτήρων-Γυναικολόγων (ACOG)  και της Αμερικανικής Ακαδημίας Παιδιατρικής (AAP) συστήνουν αποκλειστικό θηλασμό για 6 μήνες.  Έπειτα συστήνεται συνδυασμός θηλασμού με στερεές τροφές μέχρι τη συμπλήρωση του 1ου  έτους. Η παράταση του θηλασμού συστήνεται εφόσον ή μαμά το επιθυμεί.
 
 

Μπορώ να συνδυάζω θηλασμό με φόρμουλα;

Για τους πρώτους 6 μήνες δε συστήνεται ο συνδυασμός θηλασμού και φόρμουλας. Ο λόγος είναι ότι το μητρικό γάλα από μόνο του αποτελεί τη βέλτιστη διατροφή για το βρέφος (Αμερικανική Ακαδημία Παιδιατρικής) και η φόρμουλα μπορεί να διαταράξει την απορρόφηση των συστατικών του καθώς και τη παροχή του μητρικού γάλακτος.
Εντούτοις οι μητέρες στις οποίες ο θηλασμός δεν επιτυγχάνει την ικανοποιητική θρέψη του μωρού, θα πρέπει να συνδυάζουν συμπλήρωμα με γάλα φόρμουλας.
 
 
 

Χρήσιμα links:

1.    Mayo Clinic 

2.    Medline Plus

3.    WebMD

4.    The Merck Manual of Medicine

5.    Up To Date

6.    American College of Obstetrics and Gynecology - ACOG

7.    World Health Organization - WHO
 

Για περισσότερες ή ειδικές πληροφορίες γράψτε στο e-mail: infobgyn@gmail.com

 
 
 
 

Βιβλιογραφία

  1. Das UN: Can perinatal supplementation of long-chain polyunsaturated fatty acids prevent hypertension in adultlife? Hypertension 38:e6–e8, 2001.
  2. Martin RM, Ebrahim S, Griffin M, et al: Breastfeeding and atherosclerosis intima-mecha thickness and plaques at 65- year follow-up of the Boyd Orr Cohort, Arterioscler Thromb Vasc Biol 25:1482–1488, 2005.
  3. Martin RM, Goodall S, Gunnell D, et al: Breastfeeding in infancy and social mobility: 60-year follow-up of the Boyd Orr Cohort, Arch Dis Child 92:317–321, 2007.
  4. Pisacane A, Graziano L, Zona G, et al: Breast feeding and acute lower respiratory infection, Acta Paediatr 83:714, 1994.
  5. Ip S, Chung M, Raman G, et al: Breastfeeding and maternal and infant health outcomes in developed countries, Evidence report/ technology assessment number 153, Rockville, Md.,2007, Healthcare Research and Quality
  6. Committee on Infectious Diseases: American Academy of Pediatrics: report of the committee on infectious diseases, ed 6, Elk Grove Village, Ill., 2003, American Academy of Pediatrics.
  7. Lawrence R: The clinician’s role in teaching proper infant feeding techniques, J Pediatr 126:S112, 1995.
  8. Bener A, Denic S, Galadari S: Longer breast-feeding and protection against childhood leukaemia and lymphomas, Eur J Cancer 37:234, 2001.
  9. Kwan KL, Buffer PA, Abrams B, et al: Breastfeeding and the risk of childhood leukemia: a meta-analysis, Public Health Rep 119(6):521–535, 2004.
  10. Stuebe AM, Rich-Edwards JW, Willett WC, et al: Duration of lactation and incidence of type 2 diabetes, JAMA 294 (20):2601–2610, 2005.
  11. Koletzko S, Sherman P, Corey M, et al: Role of infant feeding practices in development of Crohn’s disease in childhood, Br Med J 298:1617, 1989.
  12. Kern RA: Prophylaxis in allergy, Ann Intern Med 12:1175, 1939.
  13. Burr ML, Limb ES, Maguire MJ, et al: Infant feeding, wheezing, and allergy: a prospective study, Arch Dis Child 68:724, 1993.
  14. Oddy WH. Breastfeeding, Childhood Asthma, and Allergic Disease. Ann Nutr Metab. 2017;70 Suppl 2:26-36. doi: 10.1159/000457920. Epub 2017 May 19.
  15. Pannaraj PS, Li F, Cerini C, et al. Association Between Breast Milk Bacterial Communities and Establishment and Development of the Infant Gut Microbiome. JAMA Pediatr. 2017 Jul 1;171(7):647-654. doi: 10.1001/jamapediatrics.2017.0378.
  16. Deoni SCL, Dean DC III, Piryatinsky I, et al: Breastfeeding and early white matter development: a cross-sectional study, Neuroimage 82:77–86, 2013.
  17. Newton N: Psychological differences between breast and bottle feeding, Am J Clin Nutr 24:993, 1971.
  18. Lucas A, Morley R, Cole TJ, et al: Breast milk and subsequent intelligence quotient in children born preterm, Lancet 339:261, 1992.
  19. Common sudden infant death. American Academy of Pediatrics: Policy statement suddeninfant death, Pediatrics116,2005.
  20. Task Force on Sudden Infant Death Syndrome: The changing concept of sudden infant death syndrome: diagnostic coding shifts, controversies regarding the sleeping environment, and new variables to consider in reducing risk, Pediatrics 116:1245–1255, 2005.
  21. Siskind V, Green A, Cain C, et al: Breastfeeding, menopause, and epithelial ovarian cancer in young women, Epidemiology 8:188, 1997.
  22. Whittemore AS: Characteristics relating to ovarian cancer risk: implications for prevention and detection, Gynecol Oncol 55(3, pt 2):S15, 1994.
  23. Enger JM, Ross RK, Henderson B, et al: Breastfeeding history, pregnancy experience and risk of breast cancer, Br J Cancer 76:118, 1997.
  24. Newton ER Jr: Does breastfeeding protect women from breast cancer? ABM News Views 2(2):1, 1996.
  25. Byers T, Graham S, Rzepka T, et al: Lactation and breast cancer, Am J Epidemiol 121:664, 1985.
  26. Stuver SO, Hsieh C-C, Bertone E, et al: The association between lactation and breast cancer in an international case-control study: a re-analysis by menopausal status, Int J Cancer 71:166, 1997.
  27. Kalkwarf HJ, Specker BL, Heubi JE, et al: Intestinal calcium absorption of women during lactation and after weaning, Am J Clin Nutr 63:526, 1996.
  28. Sowers MF, Corton G, Shapiro B, et al: Changes in bone density with lactation, JAMA 269:3130, 1993.
  29. Cross NA, Hillman LS, Allen SH, et al: Calcium homeostasis and bone postweaning: a longitudinal study, Am J Clin Nutr 61:514, 1995.
  30. Pascoe JM, French J: The development of positive feelings in primiparous mothers toward their normal newborns: a descriptive study, Am J Dis Child 142:382, 1988
  31. Righard L, Alade MO: Effect of delivery room routines on success of first breast-feed, Lancet 336:1105, 1990.
  32. Taveras EM, Capra AM, Braveman PA, et al: Clinical support and psychosocial risk factors associated with breastfeeding discontinuation, Pediatrics 112:108–115, 2003.
  33. Adams AB: Choice of infant feeding technique as a function of maternal personality, J Consult Clin Psychol 23:143, 19
  34. Newton N: Psychologic differences between breast and bottle feeding. In Jelliffe DB, Jelliffe EFR, editors: Symposium: the uniqueness of human milk., Am J Clin Nutr 24:993, 1971.
  35. Lawrence RA: Practices and attitudes toward breast-feeding among medical professionals, Pediatrics 70:912, 1982
  36. Pang WW, Hartmann PE: Initiation of human lactation: secretory differentiation and secretory activation, J Mammary Gland Biol Neoplasia 12:211–221, 2007.
  37. Czan KC, Henderson JJ, Kent JC, et al: Hormonal control of the lactation cycle. In Hale TW, Hartmann PE, editors: Textbook of human lactation, Amarillo, Tex., 2007, Hale Publishing LP.
  38. Neville MC, Morton J, Umemora S: The evidence for breastfeeding, Pediatr Clin NorthAm48:44, 2001
  39. Vorherr H: Human lactation and breastfeeding. In Larson BL, editor: Lactation. The mammary gland/human lactation/milk synthesis, vol 4, New York, 1978, Academic Press.
  40. Woolridge MW: The “anatomy” of infant sucking, Midwifery 2:164, 1986.
  41. Woolridge MW, Baum JD: Recent advances in breastfeeding, Acta Paediatr Jpn 35:1, 1993.
  42. Lucas A, Lucas PJ, Baum JD: Pattern of milk flow in breast-fed infants, Lancet 2:57, 1979.